Μπαίνω σπίτι κατά τις 3, παπάρα από τη βροχή, με μπομπονιέρες στο χέρι, ρύζι στα μαλλιά και πολλές ευχές "του χρόνου διπλή", ατυχής ευχή για μια γυναίκα! Διαπιστώνω ότι έχω αφήσει το παράθυρο του μπάνιο ανοιχτό, το οποίο επικοινωνεί με φωταγωγό, ο οποίος επικοινωνεί με ταράτσα.
Προσπερνώ το σφίξιμο στο στομάχι και πάω να ξεντυθώ, αντιλαμβάνομαι μια σκιά όμως πίσω μου, γυρίζω και όχι, δεν βλέπω τον σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι, αλλά μια κατσαρίδα, όχι μια οποιαδήποτε, αλλά την αρχηγό, την μαύρη την σωστή την υπονομίσια, σε μέγεθος που πετάς παντόφλα και την φοράει, παχιά παχιά όπως εγώ προ ντουκάν. Η πρώτη σκέψη ήταν αρχίσω να τρέχω και να μην ξανακοιτάξω πίσω, η δεύτερη να ρίξω πετρέλαιο και ένα σπίρτο στο σπίτι και η τρίτη ήταν να την αντιμετωπίσω στα ίσα, τι σκατά εδώ δεν με λύγισαν αλλά κ αλλά θα με λυγίσει μια βρωμοκατσαρίδα;

Σηκώνω το φρύδι, κουνάει την κεραία, καταλαβαίνω ότι δεν είναι μια κοινή κατσαρίδα, εδώ έχουμε πόλεμο. Χωρίς να χάνω οπτική επαφή-ΝΟΜΟΣ-οπισθοχωρώ και ψάχνω το ντουλάπι στα τυφλά πιάνω το cajoline, που πας χρυσή μου στον πόλεμο με το αρκουδάκι που ευωδιάζει μπλούμπερι και μωβ ορχιδέα; Ξαναψάχνω, πιάνω το σπρέι αφρού για τα άλατα, δεν πειράζει σπρέι είναι και αυτό στην ανάγκη μας κάνει, την βλέπω να κουνιέται νωχελικά, τα παίζω όλα για ολα και της ρίχνω μια δυο γερές ψεκασιές, ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ, η κατσαρίδα αφιονίζεται κα αρχίζει να τρέχει καταπάνω μου η ξεφτιλισμένη. Καταρρέει το σχέδιο και μαζί ο κόσμος γύρω μου, βγαίνω με αλαλαγμούς από το μπάνιο και κλειδώνω καλού κακού, αλλά με τέτοιο μέγεθος σπάει και κλειδαριές άμα λάχει.

Δεν έχω plan b, θέλω να φύγω από το σπίτι, αλλά σκέφτομαι ότι επείγομαι να πάω τουαλέτα και η επόμενη λύση είναι να ποτίσω τη γλάστρα το μπέντζαμιν. Παίρνω βαθιά ανάσα και το τέζα στο ένα χέρι και στο άλλο την λακ, συμβουλή μέλους από εδώ. Ή που θα την σκοτώσω ή που θα την χτενίσω. Ανοίγω επιφυλακτικά, εκεί είναι η σιχαμένη, πάνω στο νιπτήρα, ατσαλάκωτη και ζωηρή, τελικά ούτε για τα άλατα κάνει, ούτε για τις κατσαρίδες αυτό το καθαριστικό.
Ψεκάζω από απόσταση εναλλάξ , λακ και τέζα, τόσο που κόντεψαν να λιώσουν τα πλακάκια φωνάζοντας κάτι αμερικάνικα, νται γιου μαδα φάκα, η κατσαρίδα κάνει σαν να έχει πάρει σπιντάκια και αρχίζει και τρέχει σαν τον Μπολτ γύρω γύρω στο νεροχύτη, πέφτει, αρχίζει τις σβούρες γύρω από τον εαυτό της, αναρωτιέμαι μήπως έχω παραισθήσεις γιατί την έχω ακούσει με τόσο τέζα και τόση λακ, τελικά μας κάνει την χάρη και γυρίζει τ' ανάσκελα.

Της ρίχνω και το υπόλοιπο τέζα επάνω της, μην τυχόν και κάνει την ψόφια, βεβαιώνομαι ότι όντως, είναι τελικά ψόφια, παίρνω χαρτιά, σκούπες, φαράσια, φτυάρια και την ρίχνω μέσα στη λεκάνη, πατάω και 3 φορές καζανάκι και ανοίγω παράθυρα να ξεντουμανιάσουμε. Διαπιστώνω ότι έχει πιάσει να ξημερώνει με τούτα και με τ' άλλα και κάθομαι να πιω ένα καφεδάκι εις μνήμην, ελπίζοντας να μην με επισκεφτεί το σόι της διψασμένο για εκδίκηση...
Αγνώστου θύματος, αλιευμένο από το Facebook...