“Η γυναίκα μου είχε την ιδέα να γίνει κείμενο. Μου λέει “αφού θες να μπει η μελωδία οπωσδήποτε και δεν σας κάθονται οι στίχοι γιατί δεν γράφεις ένα κείμενο και αυτή η μελωδία να το πλαισιώσει; αφού γράφεις κείμενα”.
Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα και έγραψα ένα κείμενο απώλειας. Για μία πολύ σημαντική απώλεια, η οποία όμως δεν χρειάζεται να γίνει συγκεκριμένη και να ορίσουμε τι.
Στην ουσία όλη η ιστορία είναι μια κοπέλα την ώρα που βγαίνει από ένα νεκροταφείο και συναντάει τα δύο πιτσιρίκια. Η κηδεία ήταν ενός τρομερά αγαπημένου της προσώπου, που θα μπορούσε ο καθένας να βάλει στη θέση του όποιο πρόσωπο θέλει, που είναι τόσο σημαντικό για αυτόν ώστε να είναι “το όνομά του”. Θα μπορούσε να είναι ερωτικός σύντροφος, θα μπορούσε να είναι μητέρα, θα μπορούσε να είναι πατέρας, πολύ καλός φίλος, πολύ καλή φίλη. Οτιδήποτε μπορεί ο καθένας να θεωρεί πολύ σημαντική απώλεια.
Το χα στείλει το κείμενο στο Θέμη, του άρεσε, αλλά και οι δύο είπαμε τι νόημα είχε να μπει ένα κείμενο μέσα σε έναν δίσκο με τραγούδια.
Ήμασταν στο στούντιο λοιπόν και είχαμε τελειώσει την ηχογράφηση του δίσκου. Και εκεί που είπαμε αυτός είναι ο δίσκος, 1 η ώρα τη νύχτα, κλείνουμε τις κονσόλες και εκείνη τη ώρα σκεφτήκαμε να το ηχογραφήσουμε και ό,τι γίνει. Η Νατάσσα δεν το χε κάνει ούτε πρόβα ούτε τίποτα. Ζήτησα από το σπίτι να μου στείλουν το κείμενο με mail στο στούντιο και ο Θέμης είχε τη μελωδία σε πιάνο περασμένη στο κινητό του.
Συνδέουμε το κινητό στην κονσόλα, κάνουμε print το κείμενο και ο Θέμης είχε την εξαιρετική η ιδέα να βάλει τη Νατάσσα να τραγουδήσει μόνο μια φρασούλα το “ήσουν το όνομά μου”. Το διαβάζει η Νατάσσα μία φορά και λέμε πάμε να δούμε τι κάναμε.
Και το ακούσαμε και λέμε ναι, να μπει στον δίσκο.
Εντελώς τελευταία στιγμή, εντελώς τυχαία και θεωρώντας ότι κάνουμε κάτι που αφορά μόνο εμάς. Δεν φανταζόμουν ότι θα το άκουγα στο ραδιόφωνο τόσο συχνά και μάλιστα μεσημέρι.
Πέσαμε έξω, γιατί πάντα πέφτουμε έξω. Όταν κάνουμε έναν δίσκο άλλα πράγματα ποντάρουμε και άλλα αρέσουν στον κόσμο”.