Ενώ πριν ένα χρόνο είχαμε πει ότι πρέπει να δουλέψουμε, δεν είχε γραφτεί ούτε ένα τραγούδι. Και φτάσαμε στο συμπέρασμα ότι προφανώς δε μας βγαίνει κάτι για καινούργια δουλειά και ας το αφήσουμε (ειδικά ο Θέμης κι ο Γεράσιμος). Παρόλα αυτά, επειδή είμαστε οικογένεια, είναι Τρίτη απόγευμα και λέμε να πάμε να φάμε, να το συζητήσουμε και να καταλήξουμε.
Κλείνουμε τραπέζι σ'ένα εστιατόριο που μας αρέσει πολύ, πηγαίνουμε, καθόμαστε τρώμε-είμαστε μες τα μούτρα, σχεδόν δε μιλάμε- κι αφού φτάνει η ώρα να πληρώσουμε το λογαριασμό λέμε δεν πειράζει, θα κάνουμε ένα διάλειμμα κ μετά θα δούμε τι θα κάνουμε.
Κι εκείνη την ώρα λέει ο Γεράσιμος: "Έχω να σας δείξω κάτι που έγραψα την προηγούμενη εβδομάδα και σήμερα τα τύπωσα. Δεν έχει να κάνει μ'εμάς, απλά να μου πείτε μια γνώμη." Και βγάζει δέκα στίχους, τους δίνει σ'εμένα. Το πρώτο που διάβασα είναι ένα τραγούδι που λέγεται 'Δεμένη'. Με έπιασαν τα κλάματα, δε μπορούσα να το διαχειριστώ καθόλου (ήταν και όλο αυτό το βάρος που είχα -η περίοδος που δούλευα στο Μετρό ήταν πολύ περίεργη για 'μενα) και δε μπορούσα να συνέλθω, είχα συγκινηθεί τρομερά. Τα δίνει στον Θέμη. Εκείνος δε μιλάει καθόλου, έχει σφίξει τα δόντια- πολύ περίεργη κατάσταση.
Πληρώνουμε, βγαίνουμε έξω και δε λέμε κουβέντα. Πάει ο Θέμης να πάρει ταξί, φιλιόμαστε να χαιρετηθούμε κι όπως κρατάει ο Γεράσιμος τους στίχους ρολό στο χέρι του, τους αρπάζει ο Θέμης, μπαίνει στο ταξί κ φεύγει.
Το επόμενο βράδυ, 12 η ώρα με παίρνει τηλέφωνο ο Γεράσιμος και μου λέει: "Αύριο θέλει ο Θέμης να πάμε σπίτι του. Έχει γράψει εφτά τραγούδια" Πάμε την επόμενη το πρωί και μας έπαιξε εφτά τραγούδια, που έγραψε σ'ένα βράδυ. Και την επόμενη μέρα παίρνουμε τηλέφωνο τον παραγωγό μας και λέμε "Είμαστε έτοιμοι, μπαίνουμε στο στούντιο!" Κι έτσι προέκυψαν οι 'Μέρες του Φωτός'...
Από συνέντευξη της Νατάσσας το 2012, μία ιστορία για το δίσκο 'Μέρες του Φωτός'
Μεγάλωνα στην τσέπη του πατέρα μου Δεμένη μ' αλυσίδα στα κλειδιά του Με τ' όνομα, τ' αμάξι και τα σπίτια του Και μ' όλα τα μεγάλα όνειρα του
Μεγάλωνα στης μάνας μου τα δάκρυα Σαν σκάλισμα σε βέρα από πλατίνα Που έβγαζε και άφηνε στην άκρια Καθώς έπλενε πιάτα στην κουζίνα
Τι με ρωτάς Τι να σου λέω, εδώ τα βλέπεις Θες με κρατάς Κι αν δε σου κάνω με επιστρέφεις
Δεν έχω μάθει δυστυχώς να μην ανήκω Μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο Μεγάλωνα γι' αυτούς περιμένανε Και ύστερα για χάρη κάποιου ψεύτη
Και μέρα με τη μέρα αντί για μένανε Τη μάνα μου αντικρίζω στον καθρέφτη Τι με ρωτάς Τι να σου λέω, εδώ τα βλέπεις
Θες με κρατάς Κι αν δε σου κάνω με επιστρέφεις Δεν έχω μάθει δυστυχώς να μην ανήκω μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο...