Η φτώχεια μου με κάνει να παχαίνω, πηγαίνω πάνω κάτω στο σπίτι και το σώμα μου σιγά σιγά διπλασιάζεται. Έχω ένα παιδί κρυμμένο μέσα στο στομάχι μου που ζητά συνεχώς κάβλες και τρυφερότητα.
Άλλες φορές το ακούω να βρίζει τους θεούς και τους αφέντες, άλλες φορές θέλει να γαμήσει τη γυναίκα μου και εγώ απλά να κοιτάζω. Τρομάζω που καθώς μεγαλώνει το σώμα μου, χάνω όλο και περισσότερο την επαφή με το παιδί που κρύβεται μέσα μου. Εκείνο δεν έχει ανάγκη όλες τις ανάγκες τις έχω εγώ και δεν τελειώνουν ποτέ - ούτε αρχίζουν από κάπου. Παίρνω συχνά βελτιωτικά να βελτιώσω τη κατάσταση αλλά δεν βελτιώνεται η κατάσταση με τίποτα.
Με ρώτησαν αν θα έχω κάτι να πω όταν μας βγάλουνε ξανά από το σπίτι και εγώ απάντησα πως δεν θα ξέρω τί να πω, σε ποιόν και για ποιό λόγο - η απάντηση θεωρήθηκε κοινότοπη- μάλλον θα είχαν σκεφτεί και άλλοι πολλοί το ίδιο. Το χειμώνα κάθομαι πιο ήσυχος, υπάρχουν οι νέες κυκλοφορίες σοβαρών λογοτεχνικών βιβλίων να με κάνουν να νιώθω ανεπαρκής και ουδέτερος.
Την άνοιξη θέλω να αναπνεύσω τη δροσιά απ΄ το χώμα αλλά η μελαγχολία των φρέσκων λουλουδιών μου σκίζει τα σωθικά, αντί να ανθίζω γερνάω. Το καλοκαίρι μου λείπουν οι φίλοι μου πιο πολύ από ότι τις άλλες εποχές. Μισώ το φθινόπωρο επειδή όλα πεθαίνουν, το χειμώνα είναι όλα νεκρά, δεν με πειράζει το φθινόπωρο, ο θάνατος είναι μακρόσυρτος, σαν αργοκίνητο μαύρο κάρο σε ηλιόλουστο χωματόδρομο.
Η φτώχεια της ζωής μου με παχαίνει, τρώω σελίδες από πολιτική φιλοσοφία για να μειώνω τη δύναμη της βαρύτητας, πίνω αίμα από τις αναμνήσεις μου και μεθάω μόνος μου ή και με παλιούς φίλους κάποιες φορές. Ψάχνω ξεχασμένες λέξεις στις γωνίες του σπιτιού για να ταΐσω το παιδί που κρύβεται μέσα μου, αυτό τις περισσότερες μέρες κοιμάται, δεν με ενοχλεί, νομίζω πως ίσως πλέον δεν με θυμάται και εγώ συνεχώς ξεχνάω που έχω βάλει τα σημαντικά και που τα ασήμαντα πράγματα.
Μερικές φορές που όλα συγχέονται χάνω τον ειρμό μου αλλά επειδή σπάνια πλέον παρακολουθούμε σοβαρά ο ένας τον άλλον δεν καταλαβαίνει κανένας πως δεν ζω πλέον εδώ. Όταν θέλω να σκεφτώ κάτι συνήθως σκέφτομαι μια πόρτα, όταν πρέπει να πω κάτι λέω πως πρέπει να βρούμε μια πόρτα για να φύγουμε από εδώ, όταν θέλω να ακούσω κάποιον να μου λέει κάτι τον ρωτάω αν ξέρει που βρίσκεται η έξοδος κινδύνου
- έξοδος κινδύνου; που βρίσκεται η έξοδος κινδύνου εδώ;
Όταν ξεχειλίζει η μέρα με ακίνητες στιγμές, οι ώρες περνάνε πολύ πιο γρήγορα και δεν προλαβαίνω να τις κυνηγήσω, έτσι χάσαμε πολλά χρόνια μέσα από τα χέρια μας, αυτό λέγεται "το τέλος της ιστορίας".
Έχω ένα παιδί κρυμμένο μέσα στο στομάχι μου που τριγυρνά κάποιες φορές ανάστατο και δεν μπορώ να βρω μέρος να σταθώ και να ηρεμήσω. Όταν μιλάω αυτό ακούει και μαθαίνει ακόμα, εγώ έχω ξεχάσει να ακούω και σπάνια μαθαίνω κάτι.
Τότε που ήρθαν οι φρουροί να κάνουν απογραφή της μοναξιάς μας η γυναίκα μου τους υποδέχθηκε και κέρασε γλυκό καφέ βαρύ με καϊμάκι. Μας ρώτησαν αν έχουμε παιδιά και εγώ τους κοίταξα και έμεινα σιωπηλός. Η γυναίκα μου είπε: "είμαστε εμείς παιδιά και αυτό αρκεί", εγώ είπα "η πυρηνική οικογένεια είναι στρατώνας".
Δεν ξέρω αν αρκούσε, δεν ξέρω αν τα κατάφερα να εξηγήσω το θέμα όπως θα έπρεπε, δεν νοιάστηκαν και αυτοί, ο καθένας άλλωστε ορίζει τη ζωή του κατά το δοκούν και σύμφωνα με τα χρέη του. Όταν μας αφήσαν μόνους μας και φύγανε κοίταξα τη γυναίκα μου και της είπα "βλέπεις ακόμα το παιδί καμιά φορά όταν κοιτάζεις μέσα μου;" και αυτή με ρώτησε