Ήταν ένα χειμωνιάτικο βραδυ και εκεινη περίμενε το λεωφορείο στο κέντρο της Αθήνας για να πάει σπίτι. Δίπλα της στη στάση, καθόταν ένας νεαρός μαύρος άντρας, που κρατούσε αγκαλιά το μωρό τους, ένα αγοράκι περίπου δύο χρόνων. Το μωρό δεν φαινοταν καλά. Γκρινιαζε. Κλαψουριζε. Εβηχε. Ήρθε το λεωφορείο στην αφετηρία.
Μπήκαν μέσα, την έβαλε να καθήσει στη μονή θέση ακριβώς πίσω από το κουβούκλιο του οδηγού και της έδωσε προσεκτικά το μωρό. Δεν είπαν τιποτα. Εκείνος κατέβηκε. Περίμενε στη στάση μέχρι που έφυγε το λεωφορείο.Την επόμενη θα γύριζε στην πατρίδα του. Η αίτηση του για άσυλο είχε απορριφθεί.
Το μωρό στριφογυριζε, γκρινιαζε... Ήταν ζεστό, σίγουρα ανέβαζε πυρετό. Του μιλούσε. Του έδειχνε πράγματα έξω από το παράθυρο, προσπαθούσε να το ηρεμήσει. Ο κόσμος στο λεωφορείο λίγος. Άρχισε να νιώθει άβολα, ταραγμένη... Το μωρό έβαλε τα κλάματα. Σχεδόν ήθελε να τα βάλει κι εκείνη.
Η φωνή του οδηγού από μπροστά της, ακούστηκε βροντερή και ενοχλημένη: -Κάνε το μουλικο σου να το βουλώσει, αλλιώς πήγαινε στο τέρμα του λεωφορείου. -Σαν δεν ντρέπεστε λίγο, είναι άρρωστο... Ψέλλισε, ενώ δάκρυα αγανάκτησης γέμιζαν τα μάτια της. -Ρε ακούς τι σου λέω; Φώναξε ακόμα πιο δυνατά εκείνος. Κάποιες φωνές ακούστηκαν: -Ντροπή σου ! -Άνθρωπος είσαι συ; -Πώς μιλάς έτσι ; Πήρε το μωρό της και πήγε στο τέρμα του λεωφορείου, κρύφτηκε σε μια θέση πίσω πίσω... -Παρε την αστυνομία! Της είπαν.
Μάζεψε τα κουράγια της. Αυτό το χρωστούσε στο παιδί της και στον εαυτό της... Πήρε την αστυνομία. Η διαδικασία εφόσον είχε ξεκινήσει το λεωφορείο - της είπαν - ήταν να κατέβει, να πάρει τα στοιχεία του οχήματος και να κάνει μήνυση στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Τα παράβολα ήταν 100 ευρώ. Έκλεισε το τηλέφωνο. Είχε ακριβώς 18 ευρω μέχρι το τέλος του μήνα.
Την επόμενη πήρε τηλέφωνο στην εταιρεία των λεωφορείων. Έδωσε τα στοιχεία του οχήματος, τη γραμμή, την ώρα του δρομολογίου. Της είπαν πως θα γίνει σύσταση στον οδηγό. Αν ήθελε κάτι άλλο έπρεπε να απευθυνθεί στην αστυνομία.
Το μωρό της είχε πνευμονία. Μπήκε δεκαπέντε μέρες στο νοσοκομείο και εκείνη μαζί του νύχτα- μέρα, άυπνη, απλυτη, πεινασμένη. Στο διπλανό κρεβάτι ένα κοριτσάκι κι εκείνο με αναπνευστικά προβληματα. Ήταν εκεί εναλλάξ η μαμά, ο μπαμπάς, η θεία, ο παππούς, η γιαγιά...συγγενείς, φίλοι, δώρα, λάπτοπ να βλέπει ταινίες...
Τους κοιτούσε και χαμογελούσε. Τι όμορφη οικογένεια, σκεφτόταν. Διάβαζε στον γιο της παραμύθι. Ένα μόνο. Το ίδιο, το αγαπημένο του. Είχαν και δύο αυτοκινητάκια μαζί και κάναν ιστορίες... Από τους διπλανούς της ζητούσε καμιά φορά αν μπορούν να έχουν το νου τους και στο γιο της για να πάει τουαλέτα ή για να πάρει ένα σάντουιτς από το κυλικείο. Της έφερναν καφέ. Μερικές φορές στηναν το λάπτοπ έτσι ώστε να βλέπει και ο γιος της.
Μόνη της δεκαπέντε μέρες. Δεν την πείραξε τίποτα άλλο παρά μόνο το ποσό ανυμπορη ένιωθε μπροστά σε ένα σύστημα που την άφηνε απροστάτευτη εκείνη και τον γιο της.
-Θέλετε να κάνετε μήνυση; 100 ευρώ.
-Γιατί δεν πάτε σπίτι να κάνετε ένα μπάνιο, φαίνεστε τόσο κουρασμένη, συγγενείς δεν έχετε να καθήσει κάποιος με το παιδάκι; Ήταν όλοι τους τόσο ευγενικοί... Χαμογελούσε συγκαταβατικα. -Ναι, ναι ίσως αύριο να έρθουν... Ένα άγριο, στραβό χαμόγελο απόγνωσης, λύπης και θυμού. Δεν έμοιαζε καν με χαμόγελο. Κανείς δεν θα ερχόταν. Ούτε αύριο, ούτε ποτέ.
Ονειρευόταν ότι ανέβαινε σε ένα ψηλό βουνό, καταπράσινο, ανέβαινε ανέβαινε, σκαρφάλωνε και ματωναν τα πόδια της, πονούσε, ο ήλιος την έκαιγε αλλά δεν σταματούσε. Ήθελε να ανέβει στην κορφή. Και όταν έφτασε εκεί, κοίταξε κάτω τον γκρεμό και έβγαλε ένα ουρλιαχτό. Σα λύκαινα - μάνα έβγαλε έναν θηριώδη φρικτό ήχο. Που έκλεινε μέσα του όλα τα "γιατί"...