Θαμμένη κάτω από τη στέγη του σπιτιού της, η Sánchez φώναζε στους διασώστες να την απελευθερώσουν από τη λάσπη. Εκείνοι προσπάθησαν αλλά δεν γνώριζαν ότι τα πόδια της είχαν σφηνώσει κάτω από μια πόρτα από τούβλα και σε μια νεκρή σορό κάποιου μέλους της οικογένειάς της. Δεν υπήρχε τρόπος να σωθεί.
Ήταν 13 Νοεμβρίου του 1985, όταν το εξερράγη το ηφαίστειο Nevado del Ruiz στην Κολομβία. Η έκρηξη έστειλε τόνους λάσπης και πετρωμάτων στα γειτονικά χωριά. Η 13χρονη Omayra Sánchez βρισκόταν με την οικογένειά της στο σπίτι τους, όταν μια λασπορροή από ηφαιστειακά αναβλήματα, τα λεγόμενα Λαχάρ, ισοπέδωσε το χωριό της.
Παρέμεινε διαυγής έως και 60 ώρες μετά την έκρηξη. Μάλιστα κάποια στιγμή αστειεύτηκε με τους διασώστες που προσπαθούσαν να τη σώσουν. Οι ώρες περνούσαν και οι ελπίδες λιγόστευαν. Η Sánchez είχε κουραστεί. Είπε αντίο στη μητέρα της και ζήτησε από τους διασώστες να την αφήσουν να «ξεκουραστεί». Ο Γάλλος φωτογράφος Frank Fournier, έβγαλε μια φωτογραφία από τις τελευταίες της στιγμές, μια φωτογραφία που σόκαρε τον κόσμο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, τα χέρια της κάτασπρα, μοιάζει να απευθύνει ένα κάλεσμα για βοήθεια που τελικά δεν ήρθε ποτέ.
Πώς είναι δυνατόν να μην μπορούσε να σωθεί; Η πόρτα από τούβλα κρατούσε τα πόδια της κάτω, ενώ τα χέρια της νεκρής θείας της είχαν μπερδευτεί κι αυτά στο ίδιο σημείο. Οι διασώστες προσπάθησαν πολλές φορές να την τραβήξουν, αλλά διαπίστωσαν πως αν το έκαναν αυτό θα της ακρωτηρίαζαν τα πόδια. Δεν είχαν τα απαραίτητα εφόδια για να επιχειρήσουν κάτι τέτοιο.
