Άρθρα - Σκόρπιες λέξεις - Μου λείπει το κορίτσι μου και θα μου λείπει...
Μία στην τύχη...
  • Μαρινοπουλος.jpg
Downloads
Επικοινωνία
Facebook
Mail: djcostas@gmail.com
Άρθρο Νο : 323
Audience : Default
Έκδοση 1.00.01
Ημερομηνία έκδοσης: 2021/5/29 21:20:00
Αναγνώσεις : 321
Σκόρπιες λέξεις

Απόρησα για το τι μπορεί να ήταν αυτό το χαρτί. Το διάβασα εκεί, στη μέση της Κηφισίας, και καθώς το φανάρι στη διασταύρωση με Αλεξάνδρας άναψε κόκκινο, έβαλα τα κλάματα. “Πώς θα είναι αυτή η στιγμή;”, σκέφτηκα. Αναψε πράσινο, σκούπισα τα δάκρυα βιαστικά, όπως συνήθιζα να κάνω τον τελευταίο πολύ καιρό, και έβαλα το χαμόγελο πάνω μου σαν ξένο ρούχο…

Εφτασα σπίτι, την είδα από κοντά. Ηταν αληθινά τρομαγμένη. Δεν μπορούσα να την ησυχάσω», γράφει και παρόλο που προσπάθησε να αλλάξει κουβέντα, «αυτή τη φορά ατύχησα. Σκοτώθηκα σε όλα μου τα άλματα. Δεν χωρούσε να μπει στη συζήτησή μας τίποτε άλλο.

Resized Image


Ο αέρας που έπεσε πάνω μου με ορμή με ρώτησε: Τι ένιωσες; Ενιωσα ότι είχε κάτι κακό. Ο αξονικός τομογράφος δεν νιώθει, μουγκρίζει όταν αναζητάει τους όγκους στο σώμα ενός ανθρώπου και η βιοψία έδειξε κακοήθεια, επιβεβαιώνοντας το μουγκρητό του. “Εκεί που είναι δεν μπορεί να χειρουργηθεί, αυτό δεν μας είναι ευχάριστο”, είπε ο κύριος Αθανασιάδης, ο ογκολόγος γιατρός που ανέλαβε την Τασούλα.

Ομως, αν είναι μόνο εκεί, που έτσι δείχνει προς το παρόν, θα έχει πολλές πιθανότητες να είναι ιάσιμος, χωρίς να θέλω από τώρα να δεσμευτώ με τα λόγια μου και πριν ολοκληρωθούν οι εξετάσεις”. Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της σκοτεινής διαδρομής για την οποία η ζωή μας είχε κόψει εισιτήρια και ορίστε τώρα, εμείς επιβάτες δίχως να το έχουμε επιλέξει.

Επρεπε τώρα να βάλουμε κι εμείς στη φωνή μας σιγαστήρα, να προφέρουμε σιγά-σιγά αυτή τη λέξη, που σχεδόν στα μισά του χρόνου έγινε μια λέξη ρουτίνας. Πώς λέμε ένα καφέ; Ετσι. Καρκίνος. Θα σκύψεις να σώσεις τη γυναίκα σου, οπότε θα σε φάνε ζωντανό, ή θα σταθείς όρθιος να σώσεις το τομάρι σου; Δεν ήθελε σκέψη. Ασφαλώς αποφάσισα να σώσω την Τασούλα.

Resized Image


Το μηχάνημα μπήκε στον μεγάλο καναπέ δεξιά, μπαίνοντας στο σπίτι της Τασούλας. Διαρκώς στην πρίζα. Από εκείνη την ημέρα νομίζω ότι ούτε η Τασούλα ανέβηκε ξανά επάνω στο κρεβάτι της. Κοιμόταν εκεί, σ' αυτόν το σκούρο μπορντό καναπέ. Οι εμετοί άρχισαν. Το κορίτσι μου τα υπέφερε όλα αμίλητο. Κανένα παράπονο.

Υπήρχε ακόμα επιθυμία για έρωτα, οπότε ξαπλώσαμε στο κρεβάτι έτοιμοι από τον δρόμο. Μόνο που τα χέρια μου, καθώς πήγαν να ακουμπήσουν το στήθος της, ένιωσαν ξαφνικά κάτι εξαιρετικά περίεργο. Πήραν φωτιά. Η Τασούλα κοίταζε έξω από το παράθυρο. Η ζωή ήταν έξω. Οριστικά έξω από το παράθυρο. Κρατούσε τα χείλη της, σχεδόν τα δάγκωνε για να μην κλάψει.

Είναι σε προχωρημένο στάδιο ο καρκίνος”, μου απάντησαν, “δεν έχει νόημα”. Δεν έχει νόημα. Και το εμβόλιο που ήθελα να κάνει, μου είχανε πει ότι δεν έχει και πολύ νόημα. Τίποτε δεν είχε νόημα.

Resized Image


Ηταν 8 Αυγούστου όταν τελείωσαν όλα στην Αθήνα και η Τασούλα αφού πήρε το αεροπλάνο και έφτασε στην Πάρο, είπε στον Λάκη να δει μια συγκεκριμένη ταινία χωρίς να του πει τίποτε γι’ αυτήν. «Η ταινία με διέλυσε. Η γυναίκα στο έργο πεθαίνει από καρκίνο στο τέλος, λέγοντας στον άντρα της να μη στεναχωριέται. “Είμαι ευτυχισμένη γιατί έζησα την αγάπη”. Αυτή ήταν η φράση που ήθελε να ακούσω». Μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια μαζί ένιωσε «πως στην πραγματικότητα ποτέ δεν έφυγα. Κι ας έφευγα. Κι ας απιστούσε το σώμα. Με δικαιολογώ, το ξέρω. Εχω την ανάγκη να το κάνω και το μολύβι, υπάκουο στο αφεντικό του, γράφει τις λέξεις μου στη σειρά όπως τις αραδιάζω. Ξέρω όμως ότι το δίκαιο είναι με το μέρος της...

Οι γιατροί είναι σφιγμένοι, αλλά ο Λαζόπουλος νιώθει το μεγαλύτερο σφίξιμο όταν μαθαίνει ότι η Τασούλα θα μπει στο 1618, «στο δωμάτιο που είχε πεθάνει η μητέρα μου. Είχα ορκιστεί να μην ξαναμπώ σε κείνο το δωμάτιο».

Resized Image


«“Κύριε Λαζόπουλε, η Αναστασία έχει πάρει τον δρόμο”. Τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια όλων μας. Κατεβήκαμε με την κόρη μου και μπήκαμε στην Εντατική για να την αποχαιρετήσουμε όσο ακόμα ανέπνεε. Πιάσαμε το ένα χέρι ο ένας και το άλλο ο άλλος και την κοιτούσαμε. Δεν μας έβλεπε. Η αναπνοή της ήταν βιαστική. Σαν να την κυνηγούσε ο θάνατος και έτρεχε να μην την πιάσει. Ή μήπως έτρεχε να τον συναντήσει;. Βγήκαμε από την Εντατική και η αναπνοή της με ακολουθούσε».

Το βράδυ της 23ης Αυγούστου στις 22.29 η αναπνοή της Τασούλας έσβησε έχοντας αφήσει πίσω της ένα μικρό σημείωμα, ούτε μισή σελίδα, με το οποίο ζητούσε να ταφεί στη Δράμα και «όπου όριζε την κόρη μας υπεύθυνη να πάρει όλες τις αποφάσεις μετά τον θάνατό της».

«Αυτά. Τασούλα Λαζοπούλου». Δέκα μέρες μετά ο Λάκης αποφάσισε να μπει βράδυ στο σπίτι της. «Δεν άναψα κανένα φως. Πήγα και κάθισα στην πολυθρονίτσα της, μέσα στο σκοτάδι. Εκλαιγα σαν μωρό παιδί στη νύχτα που έκρυβε το πρόσωπο της Τασούλας μου. Ηθελα να βυθιστώ στο δικό της σκοτάδι μήπως τη συναντήσω, μήπως της μιλήσω, μήπως μου πει κάτι… Μου λείπει το κορίτσι μου και θα μου λείπει»...

Resized Image


Απόσπασμα από το βιβλίο του Λάκη Λαζόπουλου "Αλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου".

Πλήρης άρθρο εδώ.

Εκτύπωσω Μοιραστείτε αυτό το άρθρο