Το φημισμένο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «ακρογιαλιές δειλινά» ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τη Στέλλα Χασκίλ τον Μάιο του 1948, σε έναν δίσκο shellac των 78 στροφών με την ετικέτα της Columbia (μετέπειτα EMI), με τον αρχικό τίτλο «Μπορεί Να Το ‘Χουν Πλανέψει». Στις αρχές του 1947, ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραψε ένα τραγούδι για ένα κορίτσι...
Ο μύθος (ή ιστορία) λέει πως ο συνθέτης είχε «κολλήσει» σε μια λέξη και τη λύση την έδωσε η γυναίκα του, Ζωή, η οποία του πρότεινε τη λέξη «ντροπή» και έτσι ολοκλήρωσε το τραγούδι που τον παίδευε. Επίσης, κατά μια πραγματικότητα και κατά διάφορους μελετητές, το τραγούδι αυτό, γραμμένο μετά τη γερμανική Κατοχή και μεσούντος του Εμφυλίου, αποτελεί μια αλληγορία του Τσιτσάνη, που αφορά την τύχη της Ελλάδας της εποχής εκείνης, ως ένας τρόπος να ξεπεράσει τη λογοκρισία της εποχής που είχε ξεκινήσει το 1937 επί κυβερνήσεως Μεταξά (όπως αλληγορικά ήταν ορισμένα από τα τραγούδια που έγραψε αυτήν την περίοδο προεξέχοντος του «Κάποια Μάνα Αναστενάζει»). Κατά μια έννοια, αυτή η άποψη ευσταθεί: Το βράδυ και το σκοτάδι, ο ήλιος που έχει χαθεί, η σκλαβωμένη καρδιά και το «κορίτσι» η Ελλάδα (ή η Ελευθερία), η οποία «κορίτσι ξένο σαν ίσκιος πλανιέται μονάχο στη γη»...
Το τραγούδι γράφτηκε με στόχο να το τραγουδήσει η Σοφία Βέμπο, κάτι όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω άρνησης των ιθυνόντων της δισκογραφικής εταιρείας (Columbia). Και η Βέμπο αλλά και ο Τσιτσάνης επιδίωκαν αυτή τη συνεργασία, τα ελληνικά «δισκογραφικά ήθη» της εποχής όμως επέμεναν να κρατήσουν σε απόσταση τους εκπροσώπους των δύο χώρων του τραγουδιού… Έτσι, η Βέμπο ηχογράφησε ένα μόνο τραγούδι λαϊκού συνθέτη –το «Ναύτη» του Μητσάκη- στο κατοπινό ταξίδι της στην Αμερική και ο Τσιτσάνης έδωσε τα τραγούδια που προορίζονταν γι’ αυτήν σε πιο κοντινές σ’ εκείνον φωνές. Έτσι, το 1948, η Στέλλα Χασκίλ τραγούδησε το «Μπορεί να το ‘χουν πλανέψει…» στην άλλη πλευρά του δίσκου «Πάλιωσε Το Σακάκι Μου», χωρίς να γνωρίσει μεγάλη επιτυχία.
Το 2004 ο ποιητής Μάρκος Μέσκος έγραψε στην εφημερίδα «Αυγή» σχετικά με το τραγούδι και τη «σύμπτωση» ορισμένων στίχων του με στίχους της ποιήτριας Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου.
Τον Απρίλη του 1935, η ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (το μεγάλο τραύμα της ζωής του ποιητή και συζύγου της Γιώργου Βαφοπούλου) ενταφιάζεται στην Ευαγγελίστρια της Θεσσαλονίκης, "λευκοτέρα χιόνος". Μόλις άνοιγε τα ποιητικά φτερά της, ομόκεντρη της Πολυδούρη, παρορμητική και γνήσια στα αισθήματά της, "ήθελα νάμουνα πουλί / με στοματάκι φραουλί", πέθανε στα 27 της χρόνια εξαιτίας ακριβώς ενός θέματος του πνευματικού μεσοπολέμου, των αδιεξόδων της φθίσης. Πρόλαβε ωστόσο στα 1931 να εκδώσει τη μοναδική συλλογή της, με τίτλο «Νύχτες Αγρύπνιας». Πενήντα τόσα ποιήματα, ανισομερή αλλά υποψιασμένα και ήδη με προχωρημένες προσωπικές γραφές -μια ελάχιστη θέση, στην ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης, της Ανθούλας Σταθοπούλου - Βαφοπούλου υπάρχει.

