Άρθρα - Τραγουδιών ιστορίες - Θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ
Μία στην τύχη...
  • Thank you.jpg
Downloads
Επικοινωνία
Facebook
Mail: djcostas@gmail.com
Άρθρο Νο : 291
Audience : Default
Έκδοση 1.00.01
Ημερομηνία έκδοσης: 2021/3/30 20:10:00
Αναγνώσεις : 315
Τραγουδιών ιστορίες

Πατρίδα για μένα είναι η δύναμη που σε γεννά και σε κρατά ζωντανό, δίνοντας ή ζητώντας σου συνεχώς ζωή, σχηματίζοντας την εικόνα και την ταυτότητά σου, ενδυναμώνοντάς σε ώστε να μπορείς ν’ αγαπάς τον άλλον άνθρωπο και τη δική του πατρίδα.

Πατρίδα για μένα είναι η δύναμη που σε γεννά και σε κρατά ζωντανό, δίνοντας ή ζητώντας σου συνεχώς ζωή, σχηματίζοντας την εικόνα και την ταυτότητά σου, ενδυναμώνοντάς σε ώστε να μπορείς ν’ αγαπάς τον άλλον άνθρωπο και τη δική του πατρίδα. Είναι η αφετηρία και ο προορισμός, η μέγιστη δύναμη της νοσταλγίας, που σε καθορίζει σαν άτομο και σαν σύνολο, αποκαλύπτοντας το μεγαλείο και τη μικρότητά σου και σε αναγκάζει, αν είσαι σοβαρός, να μην καυχιέσαι γι’ αυτήν, ούτε να τη θεωρείς «καλύτερη» από τις πατρίδες των άλλων.

Resized Image


Είναι η παράδοση που σου παραδόθηκε για να την αλλάξεις πριν να την ξαναδώσεις, αποδεικνύοντας πως δεν έζησες μάταια και χαρίζοντας τα έργα των χειρών σου στους επόμενους. Μια ανεκτίμητη ενέργεια, που μπορείς όμως να ξοδέψεις μισώντας, με την ψευδαίσθηση πως την υπηρετείς, ενώ άλλα συμπλέγματά σου τρέφεις. Ή να τη μεταχειριστείς προς ίδιον όφελος, με αποτέλεσμα να την τραυματίσεις, τραυματίζοντας τον εαυτό σου.

Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα καθορίζουν μαζικά τους ανθρώπους, τα χρόνια και τις γενιές που ακολουθούν. Έζησα το πραξικόπημα και την προδοσία από πρώτο χέρι, ήμουν πέντε χρονών όταν εισέβαλε η Τουρκία και ο πόλεμος είναι η πρώτη μου καθαρή ανάμνηση. Μεγάλωσα δίπλα σε αντίσκηνα προσφύγων, οι άνθρωποι έζησαν εκεί πέντε χρόνια πριν χτιστούν συνοικισμοί.

Δέκα χρόνια μετά βάζαμε ακόμη μονωτικές ταινίες χιαστί στα παράθυρα, μη σπάσουν τα τζάμια και μας κόψουν σε περίπτωση βομβαρδισμού. Άκουγα για χρόνια στο ραδιόφωνο τα καθημερινά μηνύματα του Ερυθρού Σταυρού από τους εγκλωβισμένους: «Η Μαρίτσα Σόλωνος πληροφορεί τα παιδιά της πως είναι καλά».

Resized Image


Πήγα φαντάρος στα δεκαεπτά μου, έκανα σχεδόν ευχαρίστως θητεία δυόμισι χρόνων, να ξέρω να πολεμώ αν μας την πέσουν ξανά, να προλάβω να ρίξω καμιά σφαίρα πριν με φάνε λάχανο, παρόλο που ήξερα πως το να σκοτώνεις και να σκοτώνεσαι για τα συμφέροντα των μεγάλων είναι τουλάχιστον ανόητο. Τα πράγματα ήταν όμως εκεί, χειροπιαστά και όχι στη σφαίρα της ιδεολογίας ή στην πολυτέλεια της ειρήνης.

Και είδα τον Αβραμόπουλο στις ειδήσεις να επισκέπτεται την Κύπρο ως υπουργός Άμυνας και να μας λέει με στόμφο πως η Ελλάδα για άλλη μια φορά είναι εδώ και εγγυάται την ασφάλεια του νησιού κ.λπ. Δεν ξέρω αν συνθλίβεται το άτομο κάτω από τέτοιες συνθήκες, αλλά σίγουρα η ζωή καθορίζεται...





Λοιπόν αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει, σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός. Πότε πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός.

Mα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν. Ήμουν εγώ στη φωτιά, ήμουν εγώ η φωτιά,είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά.

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα προδομένη από μέσα, απ΄ τους πιο πατριώτες να 'χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με το όπλο στο στόμα, τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα τη Βουλή.

Κάτω από ένα τραπέζι, το θυμάμαι σαν τώρα, με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες, μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ. "Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν,τι ωραία που πέφτουν....".

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ' τη Σμύρνη στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα κι ο άλλος Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο στα 27 του στα δύο τον κόψανε οι Ναζί.

Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ' άδειο ξενοδοχείο, αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι. Αύριο θα τραγουδάνε στης πλατείας τη γιορτή.

Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης είδα τα χέρια, τα πόδια, πεταμένα στη γη. Είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική.

Εδώ στην άσχημη πόλη που απ' την ανάγκη κρατιέται ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπα ζητάει Ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών. Θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ.

Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι κι απ' την Ομόνοια να πετάν δακρυγόνα στο πυροσβεστικό, στο παράθυρο εικόνισμα άνθρωποι σαν λαμπάδες και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό.

Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη γραμμή για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα. Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας, η καημένη, ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή.

Δεν θέλω ο εαυτός μου να 'ναι τόπος δικός μου, ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν, θα 'ταν αγέννητη η γη δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου ούτε το τέλος του κόσμου, με τρομάζεις εσύ.

Με τρομάζεις, ακόμα, οπαδέ της ομάδας του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα, διερμηνέα του Θεού, ρασοφόρε γκουρού τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο.

Προσεύχεσαι και σκοτώνεις, τραυλίζεις ύμνους οργής, έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς μισείς τον μέσα σου ξένο.

Κι όχι, δεν καταλαβαίνω, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω…

Στίχοι, μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Απόσπασμα συνέντευξης στο "Ποντίκι"

Εκτύπωσω Μοιραστείτε αυτό το άρθρο