''Εκείνο το βράδυ έκλεψαν ένα ποδήλατο και το έβαλαν στον τάφο του, «για να πηγαίνει βόλτες» είπαν οι μικροί του φίλοι.'' Στις αρχές του περασμένου αιώνα βρέθηκε στα Χανιά ένας νεαρός άντρας από τη Βεγγάζη. Το όνομα του Σαλής. Ήταν αχθοφόρος.
Στο λιμάνι ξεφόρτωνε από τα καράβια τις αποσκευές και τις κουβαλούσε με τη βάρκα του στην αποβάθρα. Μετά, με το καρότσι του μετέφερε τις αποσκευές στο πρακτορείο ή στα σπίτια των ταξιδιωτών. Ήταν η εποχή που τα καράβια έδεναν έξω από το λιμάνι.
Ο Σαλής υπήρξε ένας μαύρος αγαθός γίγαντας και πολύ αγαπητός στους Χανιώτες. Ζούσε σε ένα μικρό σπίτι με την αδελφή του. Κάποια στιγμή έκαναν απέλαση σε πολλούς ξένους από τα Χανιά. Ανάμεσα τους και ο Σαλής, ο οποίος όταν ανοίχτηκε το καράβι βαθιά έπεσε στη θάλασσα και κολυμπώντας γύρισε. «Αυτή είναι η πατρίδα μου» έλεγε. Και τελικά παρέμεινε για πάντα στα Χανιά.
Στα χρόνια της μεγάλης φτώχειας έκανε μια πράξη που τίμησε την ανθρωπιά, που έμεινε στην καρδιά του κόσμου. Αγόραζε, με τα λίγα χρήματα που έβγαζε, τρόφιμα (ρύζι, μακαρόνια, ζάχαρη) και τα έδινε σε έναν νεαρό φίλο του με ποδήλατο. «Πήγαινε σε εκείνο το σπίτι, άφησε στην πόρτα αυτήν την τσάντα και πρόσεξε να μη σε δουν» έλεγε στο μικρό αγόρι, δίνοντας του το σχετικό πουρμπουάρ. Γιατί έτσι προστάτευε την αξιοπρέπεια εκείνου που είχε την ανάγκη.

