Άρθρα - Τραγουδιών ιστορίες - Το βαπόρι απ' την Περσία
Μία στην τύχη...
  • Statue flag.jpg
Downloads
Επικοινωνία
Facebook
Mail: djcostas@gmail.com
Άρθρο Νο : 145
Audience : Default
Έκδοση 1.00
Ημερομηνία έκδοσης: 2020/1/7 16:49:38
Αναγνώσεις : 557
Τραγουδιών ιστορίες

Στις 7 Ιανουαρίου 1977, άνδρες του Λιμενικού επέδραμαν στο κυπριακό μότορσιπ «Γκλόρια», που έπλεε κοντά στα Ίσθμια και ανακάλυψαν στα αμπάρια του 11 τόνους χασίς, μία από τις μεγαλύτερες ποσότητες ναρκωτικών που είχαν ανακαλυφθεί έως τότε, όπως έγραψε ο Τύπος της εποχής.

Το πλοίο είχε φορτώσει το «μυρωδάτο χασίσι» από λιμάνι του Λιβάνου και κατευθυνόταν προς την Αμβέρσα του Βελγίου.

Οι ελληνικές αρχές ήταν ενήμερες για το είδος του φορτίου, καθώς ο πλοίαρχος του «Γκλόρια», Νίκος Ξανθόπουλος, παλαιός ανανήψας λαθρέμπορος, συνεργαζόταν με την DEA, την αμερικανική υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών. Με τηλέγραφημά του στις 23 Δεκεμβρίου 1976 είχε ενημερώσει τους Έλληνες αρμόδιους ότι τις επόμενες ημέρες το πλοίο του θα μετέφερε φορτίο με σοκολάτες.

Ο «κάπτεν Νικ», ο Ελληνας πλοίαρχος του «Γκλόρια», που ονομαζόταν Νίκος Π. Ξανθόπουλος, σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον υπογράφοντα είχε πει ότι η συγκεκριμένη ποσότητα χασίς ήταν μια από τις 2-3 μεγάλες που είχε παραδώσει στις διεθνείς διωκτικές αρχές. (Πηγή: εφημερίδα «Εθνος» φ. 21 Ιουλίου 1995)

Resized Image


Ο ίδιος, που ήταν τότε 70 χρόνων, είχε πει ότι παρέδωσε τα ναρκωτικά «όλα ελεγχόμενα από την κυπριακή αστυνομία και την DEA (την αμερικανική υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών)», βοηθώντας στη σύλληψη «των μεγάλων κεφαλών, που είναι ασύλληπτοι, και όχι των μικρών των 2-3 γραμμαρίων, οι οποίοι πιάνονται συνήθως».

«Δεν χάρισα ποτέ ναρκωτικά σε κανέναν. Παρέδιδα τα φορτία για να σωθούν τα παιδιά του κόσμου. Ημουν 30 χρόνια στον αντιναρκωτικό αγώνα», είχε πει ο ίδιος, που πέθανε, λίγο αργότερα, μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατούνταν για άλλη υπόθεση, την οποία χαρακτήριζε σκευωρία Γάλλου αστυνομικού.

Αλλες πηγές αναφέρουν ότι η πληροφορία είχε φτάσει, από τις αρχές Νοέμβρη του 1976, στο Λιμενικό και άλλες πως έφτασε παραμονή Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς. Ο ίδιος ο «κάπτεν Νικ» φέρεται να είπε, αργότερα, ότι ενώ βρισκόταν με το καράβι στη Λάρνακα τον πλησίασε ένας ναυτικός πράκτορας και του πρότεινε μια «μεγάλη» δουλειά – ένα φορτίο από τη Βηρυτό με προορισμό το Ρότερνταμ.

Ο «κάπτεν Νικ» δέχτηκε και τράβηξε με το πλοίο του για Βηρυτό, στο λιμάνι Τζουνίχ. Εκεί συνάντησε δύο Λιβανέζους εμπόρους και συμφώνησαν για τη μεταφορά του εμπορεύματος, που ήταν 300 σακιά χασίς, 40 κιλά το καθένα.

Ωστόσο, παραμένει αδιευκρίνιστο, καθώς τα στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί αλληλοσυγκρούονται, εάν οι αρχές γνώριζαν το ακριβές δρομολόγιο του πλοίου ή όχι.

Resized Image


Για την υπόθεση κατηγορήθηκαν οι δύο Τούρκοι (τα «μεμέτια» του τραγουδιού), που ήταν μέλη του πληρώματος και όπως αποδείχθηκε οι συνοδοί του παράνομου φορτίου. Ο καπετάνιος του «Γκλόρια» όχι μόνο αφέθηκε ελεύθερος, αλλά και εισέπραξε την αμοιβή του 1,5 εκατομμυρίου δραχμών.

O Τσιτσάνης πληροφορήθηκε το περιστατικό από μία φίλη του. «Βάζεις το χέρι στο βαγγέλιο ότι άκουσες καλά... Έντεκα τόννοι μαύρη! Πρωτοφανές!» της είπε. Σχεδόν αμέσως του ήρθε η έμπνευση και άρχισε να γράφει την πρώτη στροφή του τραγουδιού και το βράδυ άρχισε να το ντύνει με νότες.

Resized Image


«Ήταν Σάββατο», θυμάται. «Πιάνω από δω, πιάνω από κει... Δεν μου άρεσε το τέμπο. Μετά έγραψα τη δεύτερη στροφή πίσω από ένα αγγελτήριο γάμου. Μετά μου ήρθαν στο νου οι μουσικές που γύρευα και όλα πήγαν ρολόι».

Μέσα στον Γενάρη το ηχογράφησε με τη Λιζέτα Νικολάου στα δεύτερα φωνητικά. Το τραγούδι κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1977 σε δίσκο 45 στροφών (σινγκλ). Στην άλλη πλευρά υπήρχε ένα παλιό του τραγούδι «της χρυσής αλανιάρικης εποχής της Σαλονίκης», το «Τάγμα Τηλεγραφητών». Ήταν η στρατιωτική μονάδα που πέρασε αλησμόνητες στιγμές, σύμφωνα με διήγησή του. Το «Βαπόρι απ’ την Περσία» ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία του Τσιτσάνη, αν και δεν παιζόταν από τα ερτζιανά λόγω θέματος. Από τότε γνώρισε πολλές επανεκτελέσεις και αποτελεί μέρος του ρεπερτορίου στα λαϊκά μαγαζιά.

Resized Image


Λίγες ημέρες ημέρες μετά τον θάνατο του Τσιτσάνη (18 Ιανουαρίου 1984) το «Βαπόρι απ’ την Περσία» επανήλθε στην επικαιρότητα για νομικούς λόγους. Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σπύρος Κανίνιας το άκουσε σε μία εκπομπή της ΕΡΤ στις 26 Δεκεμβρίου 1983 και με έγγραφό του στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 2 Φεβρουαρίου 1984 ζήτησε να γίνουν όλες οι «νόμιμες ενέργειες», επειδή το τραγούδι είναι κακής ποιότητος (αντιβαίνει το άρθρο 12 παρ. 2 του Συντάγματος) και παραβαίνει το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.δ. 743/70, που τιμωρεί όποιον συντελεί με οποιοδήποτε τρόπο στη διάδοση των ναρκωτικών.

Η υπόθεση ανατέθηκε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Δημήτριο Μαλακάση, ο οποίος διενήργησε προκαταρκτική εξέταση και στο πόρισμά του, που υποβλήθηκε στις 26 Ιουλίου 1984 στον Εισαγγελέα Εφετών της Αθήνας, ανάφερε ότι έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο, επειδή το τραγούδι «δεν μπορεί να παρωθήσει στη χρήση και διάδοση ναρκωτικών». Στο ίδιο έγγραφο, ο εισαγγελικός λειτουργός χαρακτηρίζει το τραγούδι «από τα ατυχή του λαϊκού συνθέτη» και υποστηρίζει ότι «φρόνιμο θα είναι να μην εκπέμπεται από την τηλεόραση, γιατί τα μεταδιδόμενα από αυτή πρέπει να είναι ποιοτικής στάθμης».





Το βαπόρι απ’ την Περσία
πιάστηκε στην Κορινθία
Τόννοι έντεκα γεμάτο
με χασίσι μυρωδάτο

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια

Βρε κουρνάζε μου τελώνη
τη ζημιά ποιος τη πληρώνει
Και σ’ αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια

Ήταν προμελετημένοι
καρφωτοί και λαδωμένοι
Δυο μεμέτια, τα καημένα,
μεσ’ στο κόλπο ήταν μπλεγμένα
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια.


zougla.gr
efsyn

Εκτύπωσω Μοιραστείτε αυτό το άρθρο