Το τραγούδι πότε δεν το έγραψα σε χαρτί. Το θυμόμουν απ’ έξω. Το μισό είναι για την κόρη μου και το μισό γι’ αυτήν την κοπέλα...
Όλα ξεκίνησαν στα τέλη Ιουνίου 1978 όταν ο καταστροφικός σεισμός της Θεσσαλονίκης, οδηγεί τη γυναίκα του τραγουδιστή και τη νεογέννητη τους κόρη για λίγο καιρό σε συγγενείς στην Αμερική. Η πρόταση ήρθε από τον ίδιο τον Νίκο καθώς το σπίτι τους είχε υποστεί ζημιές και η μετασεισμική δραστηριότητα συνεχιζόταν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μπαίνοντας στον Αύγουστο, ο Παπάζογλου δέχτηκε την πρόσκληση του Διονύση Σαββόπουλου να παραθερίσει λίγες μέρες κοντά του στο Πήλιο. Εκεί ο Νιόνιος δεν έκανε διακοπές μόνος του, αλλά περιστοιχιζόταν από την οικογένεια του και νεαρά άτομα, αγόρια και κορίτσια. Πολύ σύντομα ο Παπάζογλου νιώθει έντονη έλξη για μία όμορφη κοπέλα. Από αυτούς τους ακαταμάχητους έρωτες του καλοκαιριού που δύσκολα μπορείς να γλιτώσεις.
Ο τραγουδιστής όμως μόλις είχε γίνει πατέρας. Και η γυναίκα του- μαζί με την νεογέννητη κόρη του- ήταν στη Αμερική για να ηρεμήσει από τους μετασεισμούς. Κάπως έτσι, η αγάπη για την οικογένειά του νίκησε τον δυνατό έρωτα. Ο Παπάζογλου μπήκε στο αυτοκίνητό του και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήταν όμως εύκολη διαδικασία. Άφηνε πίσω έναν έντονο, ανικανοποίητο έρωτα.
Σκέψεις, μελαγχολία, οτιδήποτε μας αφήνει πίσω μία έντονη έλξη που δεν ικανοποιήθηκε, βασάνιζαν το μυαλό του στη διαδρομή της επιστροφής. Στη διαδρομή η μελαγχολία και οι σκέψεις του χτύπησαν κόκκινο. Ο Αύγουστος μόλις είχε συλληφθεί στο μυαλό του, στιχουργικά και μουσικά. Σε μόλις 20′ λεπτά. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Αύγουστος αρχικά γράφτηκε μόνο ως ένα τραγούδι για κιθάρα – φωνή. Πολύ αργότερα προστέθηκαν τα μέρη των εγχόρδων, που το εμπλούτισαν ενορχηστρωτικά!
Και κάπως γεννήθηκε ένα από τα πιο όμορφα ερωτικά τραγούδια που έχουν γραφτεί.
Έξι χρόνια αργότερα το γνώρισε και ο κόσμος από το άλμπουμ ''Χαράτσι''. Και το αγάπησε μετατρέποντας αυτό το τραγούδι σε διαχρονικό ύμνο για τον ανικανοποίητο έρωτα.
Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι λυπητερό με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε φυλάξου για το τέλος θα μου πεις
Σ' αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος κουράγιο θα περάσει θα μου πεις
Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό
Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει
Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται και φέγγει από μέσα η φυλακή
Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό