Ένας νέος άνθρωπος αφηγείται περιστατικά, μοιράζεται σκέψεις και διατρανώνει την επιθυμία να συνεχίσει να χαμογελά και να υπάρχει. Είναι στιγμές που θες να φωνάξεις, να διαμαρτυρηθείς και ν΄αλλάξεις ανθρώπους, συμπεριφορές και νοοτροπίες. Την κοινωνία ολάκερη. Κι απλά κάθεσαι, παρατηρείς και σκέφτεσαι.
Όχι βρε φίλε. Δεν ήμουν εκεί. Ακόμα δεν είμαι εκεί. Δεν είναι ότι θέλω να είμαι εδώ. Ούτε και εδώ είμαι. Και με ρωτάς γιατί. Γιατί εκεί ήταν ο γείτονάς μου. Εκείνος που τυχαία, σε μια λαϊκή μου είπε " Μια χαρά είναι τα ΜΑΤ. Και μόνο που κάθε μέρα χτυπιούνται με τους αναρχικούς, πολλά κάνουν."
Τι είναι Συνεξάρτηση; Συνεξάρτηση είναι όταν αναλαμβάνεις τα προβλήματα των άλλων, τις ανάγκες, τα συναισθήματά, τις προτιμήσεις, τους στόχους, τη ζωή τους, σα να είναι δικά σου, παραμελώντας ή ακόμη και χάνοντας επαφή με τα πραγματικά δικά σου...
Η ιστορία είναι πραγματική. Μου την αφηγήθηκε πελάτισσα μου, μπατσίνα που υπηρετεί στο Α.Τ Ομόνοιας. Δευτέρα βράδυ λέει η μπατσίνα, είχανε μαζέψει καμιά δεκαριά πουτάνες έξω από ένα ξενοδοχείο της οδού Μενάνδρου. Ανάμεσα τους και την Άννα. Την πετάξανε σ’ ένα κελί, μαζί με τις άλλες. Η ώρα 11.00. Σε μισή ωρίτσα πλακώσανε οι δικηγόροι. Μια – μια οι αλλοδαπές την έκαναν. Πληρώνανε οι νταβατζήδες τους. Ξέμεινε η Άννα.
Μετά από πέντε χρόνια σχέσης και ένα χρόνο γάμου αποφασίζεις να ολοκληρώσεις την οικογένεια σου με τον ερχομό ενός μωρού, τα κανονίζεις όλα στο μυαλό σου, πότε θα ξεκινήσεις προσπάθειες, πότε θα μείνεις έγκυος, πότε θα γεννήσεις, πότε θα χάσεις τα κιλά και πότε θα βάλεις εμπρός για το δεύτερο! Και αυτό είναι το σημείο που ο άνθρωπος κάνει σχέδια και ο Θεός γελάει!
Είχα μόλις γυρίσει σπίτι. Είχα μόλις θάψει τη μάνα μου. Είχα κλάψει πολύ. Μετά βγήκα να διασκεδάσω. Δεν είχα πει τίποτα σε κανέναν. Γύρισα στο σπίτι λίγο πριν το επόμενο μεσημέρι. Έπρεπε να ορίσω τον εαυτό μου σε σχέση με τη ζωή. Η μάνα μου ήταν το σημείο αναφοράς, έστω και εάν δεν την είχα σκεφτεί ποτέ σαν κάτι τέτοιο...
Γεννήθηκα το 1939 στην πλατεία Κουμουνδούρου, το πιο σκληρό κέντρο της Αθήνας ανάμεσα στο Μεταξουργείο, το Θησείο και του Ψυρρή. Μια αξιοπρεπής και μικροαστική συνοικία στην οποία ζούσαν νοικοκυραίοι και εργαζόμενοι. Μια μετεμφυλιακή κοινωνία όπου όλοι προσπαθούσαμε για το καλύτερο...
Άλλο ένα ξημέρωμα που βρίσκει τον παππού Λεωνίδα στο κρεβάτι, σχεδόν άυπνο, να στριφογυρίζει όλη νύχτα χωρίς να μπορεί να κλείσει μάτι. Δέκα χρόνια πάνε τώρα που έχασε την αγάπη του, το άλλο του μισό, την Κατίνα του, την Κατερίνα του, την γιαγιά Κατίνα...
Η Αννα ήταν ακόμα στον παιδικό σταθμό. Είχε πάει απόγευμα και η μαμά της δεν είχε εμφανιστεί. Οι νηπιαγωγοί δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ωσπου το κοριτσάκι έβγαλε κάτι απ’ την τσέπη του. Ηταν ένα σημείωμα: «Δεν θα γυρίσω να πάρω την Αννα. Δεν έχω λεφτά, δεν μπορώ να τη μεγαλώσω. Συγγνώμη. Η μαμά της»...
Ο Νίκος κάθεται σιωπηλός στην τάξη. Η παρουσία του απουσία... "Δεν τραβάει, δεν διαβάζει", λέει συχνά πια ο δάσκαλος στους γονείς του και εκείνοι αρχίζουν να ντρέπονται που ο μικρός δεν τα καταφέρνει. Τον Νίκο δεν τον σηκώνει ο δάσκαλος να πει μάθημα και εκείνος εδώ και καιρό δεν τολμάει να σηκώσει το χέρι του. Αν το κάνει οι άλλοι θα τον κοροϊδέψουν....