Ήμουν δεν ήμουν έξι χρονών, όταν μας άφησε ο πατέρας. Απότομα, απροειδοποίητα, ανακοπή. Τη μια στιγμή μ’ έπαιζε στα γόνατα, την επόμενη βλέπαμε παιδικά στην τηλεόραση, μετά σιωπή. «Ξύπνα μπαμπάκα, τέλειωσε το έργο, ξύπνα, ξύπνα», τίποτα. Τσατίστηκα με την αδιαφορία του. Τον τραβούσα από τα ρούχα, έπεσε ξερός στον καναπέ. Έβαλα τα κλάματα από τα νεύρα μου.