Όταν στα δεκαεφτά μου χρόνια συνειδητοποίησα ότι μπορώ να συνθέσω μια δική μου μελωδία, έγραψα το πρώτο μου τραγούδι. Θυμάμαι όμως ότι το πρώτο μου τραγούδι, φανταζόμουνα να το τραγουδάει ο Στέλιος Καζαντζίδης. Δεν ξέρω πώς μου προέκυψε αυτό. Ίσως επειδή από μικρό παιδί λάτρευα τη φωνή του ή ίσως ακόμη επειδή τα τραγούδια του αντιπροσώπευαν την κοινωνική μου τάξη.
Έχει μείνει ακόμη χαραγμένο στη μνήμη μου το περιεχόμενο ενός γράμματος που έστειλε από τη Γερμανία ο δεύτερος πατέρας μου, ο Παντελής, στη μητέρα μου, το οποίο γράμμα σ’ένα σημείο έλεγε: «Καλλιόπη, τώρα που θα έρθετε στη Γερμανία μην ξεχάσεις να φέρεις τα καινούργια δισκάκια του Στέλιου». Το γεγονός αυτό μου είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση γιατί παρ’ όλες τις δυσκολίες που είχε ο πατέρας μου, βασικό του μέλημα ήταν να αγοράσουμε τα καινούργια δισκάκια του Στέλιου Καζαντζίδη και να του τα πάμε. Τέλος, κλείνοντας τριάντα χρόνια σαν μουσικός, το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσα να πάρω, είναι ότι τραγουδάμε μαζί με το Στέλιο στο δίσκο μου. Στέλιο σ’ ευχαριστώ πολύ.
Εγώ τον αγαπούσα πάντα τον Καζαντζίδη και από δέκα χρονών τραγουδούσα τα τραγούδια του. Είχε τύχει να τον δω δυο φορές. Μια στην Περαία με το Νικολόπουλο για πολύ λίγο και μια στο στούντιο στην Κολούμπια που είχα παίξει κιθάρα, σε ηλικία 21 χρονών, δυο τραγούδια του Βασίλη Βασιλειάδη και του Πυθαγόρα, που τραγουδούσε εκείνος, τα «Κι οι άντρες κλαίνε» και «Θα κόψω το τηλέφωνο». Και τον θαύμαζα… Αφού να φανταστείς πέρναγα απ’ το μπαράκι που έπινε καφέ και όλο πήγαινα τάχα να πιω νερό, για να τον δω λιγάκι. Τον χάζευα, όπως ένα κοριτσάκι 13-14 χρονών βλέπει τη Μαντόνα ή το Σάκη το Ρουβά και κάθεται να τον κοιτάει σα χαζό. Και σκεφτόμουν «Αυτός ο άνθρωπος είναι αυτός που λατρεύω;» Δεν του μίλησα όμως ποτέ. Τον λάτρευα, τον γουστάριζα, τον αγαπούσα, ήταν ο Θεός…. Τέλος…
Όποτε έγραφα κάνα τραγούδι έλεγα «Αχ να το ’λεγε ο Καζαντζίδης αυτό!». Κάποια στιγμή ήρθανε από το ΣΚΑΙ και μου είπανε «Κάνουμε ένα αφιέρωμα στον Καζαντζίδη και στο μέρος που έχει μιλήσει, ο κύριος Καζαντζίδης έχει αναφέρει ότι σε θεωρεί έναν απ ’τους καλύτερους συνθέτες και ένα σπουδαίο λαϊκό τραγουδιστή». Όταν το άκουσα αυτό έπαθα πλάκα. Εκείνη την εποχή ο συγχωρεμένος ο Μπονάτσος έκανε πλάκες κι επειδή ήρθαν δυο άγνωστα παιδιά και μου ‘πανε ότι έτσι κι έτσι είπε ο Καζαντζίδης, να πεις κι εσύ κάτι για κείνον, σκέφτηκα «Μπονάτσος είναι αυτός. Ο Καζαντζίδης εμένα, από πού κι ως πού;» Τους είπα λοιπόν ότι θα τους απαντούσα αύριο, πήρα την εταιρεία μου τηλέφωνο και τους ανέθεσα να μάθουν αν ήταν αλήθεια. «Όντως κάνουν αφιέρωμα και μάθαμε από κάτι δικούς μας μέσα, ότι έχει μιλήσει για σένα με καλά λόγια». Τους είπα εντάξει, ήρθανε σπίτι και του αφιέρωσα το «Πάρε τα χνάρια μου». Είδα μετά την εκπομπή και τρελάθηκα! Αλλά υπάρχει ένα ερωτηματικό ακόμα, το οποίο δεν θα λυθεί ποτέ. Εκφράστηκε έτσι για μένα ο Στέλιος, χωρίς να τον ξέρω και δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν αυτό που είπε, ότι ήμουν καλός συνθέτης και τραγουδιστής, το πίστευε ή ήθελε να κάνει κόντρα στο Χρήστο Νικολόπουλο, με τον οποίο εκείνο τον καιρό άρχιζαν οι γνωστές ιστορίες.
Του είχε πάει ένα τραγούδι ο Χρήστος και είπε «εγώ δεν τραγουδάω αυτό το τραγούδι». Αυτό ήταν υπερβολικό για ένα συνθέτη τόσο σπουδαίο σαν το Χρήστο, που του είχε δώσει τόσες επιτυχίες. Εμένα μου βγήκε σε καλό βέβαια, γιατί όποιοι μ’ έβλεπαν στο δρόμο μου λέγανε «Μίλησε ο Στέλιος για σένα, είσαι καλός, είσαι καλός!!!»
Από κει πήρα το θάρρος λοιπόν. Εκείνη την εποχή ο Στέλιος είχε αρχίσει να βγαίνει στα κανάλια, να κάνει συνεχώς παράπονα και να χάνει το δίκιο του. Όταν αγαπάς λοιπόν έναν άνθρωπο που τον έχεις θεό, στεναχωριέσαι όταν τα βλέπεις αυτά… Πήρα το Σαράντη Αλιβιζάτο και του είπα να γράψουμε ένα τραγούδι που να τα ξεχνάει όλα αυτά, να μιλά για το μεγαλείο της φωνής του και τη μεγαλοπρέπεια της προσωπικότητάς του. Το ρεφρέν σκέφτηκα να το κάνω με τους Κατσιμιχαίους. Είχε προηγηθεί και το «Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα», το λέω στα παιδιά, κοιτάνε το στίχο και μου λένε «Αντώνη, αυτό είναι πολύ σπουδαίο τραγούδι, εμείς είμαστε μέσα, αλλά ο Στέλιος θα δεχθεί; Αν δε δεχθεί τι σκέφτεσαι;» «Τίποτα δε σκέφτομαι. Το κομμάτι το έγραψα για το Στέλιο.
Δεν αλλάζει το όνομα, δεν μπορούμε να πούμε, μαζί μας Γιώργο ρίχτα, ή Μανώλη ρίχτα, είναι Στέλιος. Είναι όλη η ιστορία για το Στέλιο, ότι τον αγαπάμε, σταμάτα και συγχώρα τα όλα…». Αφού το έγραψα το κομμάτι του τηλεφώνησα, το σήκωσε η γυναίκα του: «Γεια σας είμαι ο Αντώνης ο Βαρδής». Μου απάντησε πολύ εγκάρδια «Αντώνη μου τι κάνεις , περίμενε να σου δώσω το Στέλιο». Το παίρνει ο Στέλιος: «Έλα Αντώνη, τι κάνεις είσαι καλά;» Ξαφνιάστηκα… Και σκεφτόμουνα, «Με τον Καζαντζίδη μιλάω τώρα;» Φοβερό!!! «Κύριε Στέλιο τι κάνετε;» «Καλά αγόρι μου καλά, τι ωραία που είπες το τραγουδάκι…» Έπαθα πλάκα… Του λέω «Κύριε Στέλιο, έχω γράψει ένα τραγούδι που είναι για σας, είναι ένα τραγούδι που αν δεν το πείτε εσείς, δεν πρόκειται να το δώσω σε κανέναν κι έχω την ιδέα να το πούμε με την επόμενη γενιά, τους πιο νέους, τον Πάνο και το Χάρη, που κατά καιρούς συζητάμε και σας θαυμάζουν, όπως σας θαυμάζω κι εγώ». «Να το ακούσω και να δω» μου είπε. «Πότε θα το ακούσετε;» «Εγώ τώρα είμαι στον Άγιο Κωνσταντίνο» «Πότε θέλετε να έρθω;» «Και σήμερα αν θέλεις».
Παίρνω το αυτοκίνητο και φεύγω «σφαίρα» στον Άγιο Κωνσταντίνο. Πήγα το κομμάτι σε κασέτα, το ακούει και λέει «Αυτό είναι πολύ ωραίο τραγούδι κι έτσι όπως το ‘χεις σκεφτεί, με τον Πάνο και το Χάρη, που τους ξέρω ότι είναι αξιόλογα παιδιά, είναι πάρα πολύ ωραίο. Άστο να το ακούσω μερικές φορές και θα σε πάρω τηλέφωνο να σου πω». Εγώ το πήγα ηχογραφημένο με τη φωνή τη δική μου και του πα ποια μέρη θα πει. Πέρασε μια βδομάδα και δεν με πήρε τηλέφωνο, οπότε σκέφτηκα πως δε θα το βάλουμε τελικά. Απ’ ότι φαίνεται ντρέπεται να μου το πει κλπ. Μου λέει όμως ο γιος μου ο Γιάννης, να ’ναι καλά το παιδί «Μπορεί να χει γίνει καμιά παρεξήγηση ή μπορεί να πιστεύει ότι εσύ θα τον πάρεις τηλέφωνο. Ίσως να μην κατάλαβες καλά κι επειδή είχες και τρακ, να σου είπε πάρε με τηλέφωνο να σου πω». Του λέω «Όχι μου είπε θα με πάρει εκείνος». Ντρεπόμουν να τον πάρω για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. «Εγώ θα του τηλεφωνούσα, τουλάχιστον να ξέρω ότι δεν θα το πει» μου λέει ο Γιάννης. Με βαριά καρδιά λοιπόν σήκωσα το τηλέφωνο… «Γεια σας κυρία Βάσω τι κάνετε;»
«Αντώνη μου είσαι καλά; Nα σου δώσω το Στέλιο…. Στέλιο ο Αντωνάκης! -Έλα Αντώνη μου τι γίνεται, είσαι έτοιμος; -Τι έτοιμος, τι εννοείτε; -Το χεις τελειώσει το κομμάτι; - Το κομμάτι είναι τελειωμένο, σας το έφερα… -Α… Πότε με θέλεις; -Θα το πείτε; -Αφού σου είπα ότι θα το πω. -Δε μου το ‘πατε, μου είπατε ότι θα τηλεφωνηθούμε σε 2-3 μέρες. -Εγώ εννοούσα να με πάρεις σε 3 μέρες να μου πεις πότε να έρθω να το τραγουδήσω».
Πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη και ξαναγύρισε. Είχες δηλώσει τότε πως όταν πήγαινε στο στούντιο να γράψει, χαμήλωναν τις εντάσεις, ίσχυε αυτό; Αυτό ήταν το «ευχαριστώ» μου. Επειδή είχα πει χιλιάδες ευχαριστώ, ήθελα να του πω κι ένα πιο μεγάλο. Στο στούντιο όταν κάνεις μίξη, μπορεί να βγάλεις τον πιο ασήμαντο τραγουδιστή να ακούγεται σαν τον Καζαντζίδη και το αντίθετο. Για να ευχαριστηθεί λοιπόν, είπα κάποια στιγμή, ότι δεν μπορούσαμε να μαζέψουμε τη φωνή του. Γιατί ένας που είναι της δουλειάς, ξέρει ότι δεν υπάρχει θέμα να μαζέψεις τη φωνή. Όταν ο Νταλάρας έκανε τα σεκόντα στον Καζαντζίδη στο «Υπάρχω», στη μίξη η φωνή του Νταλάρα, ενώ είναι ήδη λεπτή, βγήκε ακόμα πιο λεπτή. Αυτός που κάνει τη μίξη μπορεί να καταστρέψει τον άλλον ή να τον ανεβάσει. Το είπα καθαρά για να αισθανθεί ένα ευχαριστώ από μένα...
Νεοέλληνες με γεια σας, τα καινούρια σας τα στέκια χάρισμά σας. Δε μου κάνει αυτή η νύχτα στήνω γλέντι σ’ άλλη πίστα, μαζί μας Στέλιο ρίχτα.
Για τους φίλους π’ αγαπάω δυο χαμόγελα χρωστάω κι απόψε τραγουδάω. Τ’ άδικο που έχω ζήσει η αγάπη το `χει σβήσει, τραγούδι έχει γεννήσει.
Γλυκό νερό στην κόλαση θα πιούμε εδώ μαζί σου, εμείς που μεγαλώσαμε με την αναπνοή σου.
Γλυκό νερό στην κόλαση κοντά σας παίρνω θέση, καρδιά μου μη γυρνάς εκεί που είχες πονέσει.
Στην Ελλάς του δυο χιλιάδες γίναν όλοι βασιλιάδες, λαϊκοί τραγουδιστάδες. Στη δικιά μας κοινωνία ζούσαμε άλλη αγνωνία, μην πας στη Γερμανία.
Πες μου τι θα κάνεις τώρα έτσι που σε καταντήσαν πατρίδα σερβιτόρα. Στα σκυλάδικα χορεύεις μες στη νύχτα ταξιδεύεις ταυτότητα γυρεύεις...