Δεν του είχαν μπει ψύλλοι στα αυτιά του Μάρκου, που η γυναίκα του η Ελένη, ή Ζιγκοάλα, ή Λέαινα, που την είχε γνωρίσει σε μια αυλή όπου μέναν τότε μαζί οι άνθρωποι ο ένας πάνω στον άλλον και παντρευτήκανε άμεσα, επειδή του πήρε τα μυαλά, η Ελένη, λοιπόν, όλο και γύρευε να πηγαίνουν κατά την γειτονιά του κουμπάρου τους και παιδικού φίλου του Μάρκου, του Ιωσήφ.
Μαζί, ο Μάρκος και ο Σήφης το χανε σκάσει νύχτα από την Σύρα, μαζί πρωτομένανε στον Πειραιά, μαζί ψάχνανε να βρουν την άκρη τους στην μεγάλη πόλη, τέλος, μαζί, πιο μεγάλοι, παντρεμένοι πια, συχνάζανε κάθε τόσο με τις οικογένειες τους. Αλλά κατά κανόνα ο Μάρκος και η Ελένη θα πήγαιναν στο σπίτι του Ιωσήφ και της οικογένειας του (γυναίκα και παιδί), και όχι το αντίστροφο. Μάλιστα, το πιο συχνό, ότι ύστερα από την ταβέρνα ο Μάρκος και η Ελένη ξεμέναν στο σπίτι των φίλων τους, γιατί ήταν νύχτα, και κουρασμένοι πολύ, και που να τρέχεις από τον Πειραιά στα Άσπρα χώματα μες στα μεσάνυχτα;
Άσε που η δουλειά του Μάρκου ήταν κοντά-ο Μάρκος ξυπνούσε πρωί πρωί να κατηφορίσει στην δουλειά του, κι η γυναίκα του έμενε στο ξένο κρεβάτι να κοιμάται ακόμη. Ένα πρωινό, όμως, κάποια γειτόνισσα είδε την Ελένη και τον Ιωσήφ μαζί, το είπε στην γυναίκα του Ιωσήφ, κι ύστερα εκείνη, το ίδιο βράδυ, πήγε στην ταβέρνα που έπαιζε ο Μάρκος να του πει τα μαντάτα.
Ο Μάρκος κι ο Ιωσήφ από καθαρή τύχη και συγκυρία δεν σκοτώθηκαν μεταξύ τους. Όμως, εκείνη η προδοσία στάθηκε η πηγή του νεοελληνικού τραγουδιού τρόπον τινά, εφόσον όλα του τα τραγούδια ο Μάρκος τα γραψε για εκείνην την γυναίκα, και την τρομερή τους ιστορία.
''Ήθελα να 'μαι ο Ηρακλής, όταν σε πρωτοείδα να σου κοβα την κεφαλή σαν την Λερναία Ύδρα!''
Πήγαινε κάθε βράδυ έξω από το σπίτι που έμενε με τον γκόμενο. Της χτύπαγε τα μπλε παράθυρα της. Κι αυτή-πότε έβγαινε, πότε όχι. Ανεξάρτητα αν ήταν ο άλλος μέσα. Τέτοια ήταν. Παρότι ήταν ο Μάρκος που άρχισε «όλο αυτό το νταλαβέρι του λαϊκού τραγουδιού», όπως έλεγε στην αυτοβιογραφία του, «δεν ωφελήθηκα οικονομικώς όσο όλοι αυτοί οι μπουζουξήδες που είναι τώρα και κάνουν το μέγα και τρανό... Εγώ ποτέ δεν ήμουνα φίλος του χρήματος. Αυτό που ήθελα το έκανα. Είμαι ο Μάρκος. Από το σπίτι το δικό μου εδώ πέρα πηγάζει η αλήθεια όλη για το μπουζούκι. Εγώ έστρωσα το τραπέζι και είπα: Κοπιάστε να φάμε. Όσοι άλλοι να πούνε και να δείξουνε, δε θα ξέρουν ό,τι ξέρω εγώ για το μπουζούκι, διότι εγώ υπέφερα για το όργανο αυτό... τα πάνδεινα».
Η καταγωγή του Μάρκου, φτωχή από υλικής άποψης, αλλά ενταγμένη στον πλούτο της κοινωνικοποίησης των αισθημάτων και των βιωμάτων μίας εποχής τόσο μακρινής:
«Εγεννήθηκα στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων στην ωραία Σύρα και συγκεκριμένα σε μια φτωχική συνοικία της Άνω Χώρας ονομαζόμενη Σκαλί το έτος 1905 στις 10 Μαΐου ημέρα Τετάρτη και ώρα Τρίτη πρωινή από γονείς πάμφτωχους. Όνομα πατρός Δομένικος, όνομα μητρός Ελπίδα, το γένος Προβελέγγιου. Αγαπήθηκαν και παντρεύθηκαν, δύο φτωχοί. ‘Ήταν η μάνα όμορφη και χαρούμενη. Αστειευόταν, τραγουδούσε όμορφα, όλο ζωή. Ο πατέρας ήταν ένας καλός εργάτης, άτεχνος. Έκανε δουλειές του ποδαριού. Ως πρωτότοκος υιός, αφού ολίγο κατ’ ολίγο εμεγάλωνα, άρχισα ν’ ακολουθώ τον πατέρα μου σε διάφορες δουλειές. Αγαπούσα τον πατέρα μου και τον ακολουθούσα στους κόπους του σαν το σκυλάκι. Ίσως μας συνέδεσε τόσο στενά η γκάιντα του. Ο πατέρας δεν ξέρω από ποιον έμαθε τη γκάιντα. Ξέρω όμως ότι ήτανε τρία αδέλφια και οι τρεις παίζανε τη γκάιντα».
«Δεν εγεννήθηκα κακός ούτε σκέφτηκα ποτές μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Και γι' αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματά μου στον κόσμο. Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος του τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια του, την ορφάνια του και την ξενιτιά του».
Ο Μάρκος ρίχνεται από πολύ μικρός στην βιοπάλη για να θρέψει την πολύ φτωχή οικογένεια του. Στα δεκατρία του χρόνια μια ζαβολιά του καθόρισε την μετέπειτα πορεία του: Ανέβηκε σ’ ένα ύψωμα και από κει άφησε ένα βράχο να κατρακυλήσει κάτω στην πόλη, έτσι, για παιχνίδι. Ο βράχος έπεσε σε μια στέγη την έσπασε και κύλησε μέσα στο σπίτι απ’ όπου ευτυχώς έλειπαν οι κάτοικοι. Το πράγμα μαθεύτηκε, η αστυνομία πήγε στη μάνα του και τον έψαχνε και ο μικρός φοβήθηκε, μπήκε λαθρεπιβάτης σ’ ένα βαπόρι και βρέθηκε στον Πειραιά. Εκεί ξεκινά το μακρύ του ταξίδι στην ζωή και στην μουσική.
Κάνει όλου του κόσμου τις δουλειές για να τα βγάλει, μεταφέρει, αργότερα, στα τραγούδια του την ζωή της εργατικής τάξης, των κοινωνικών σχέσεων της εποχής του. Βοηθός χασάπη-αποτυχημένος αφού λυπόταν τα καημένα τα ζωάκια, τι του φταίγανε, αλλά ένα ωραίο τραγούδι ''Ο χασάπης'' βγήκε από εκεί-χαμάλης στο λιμάνι, βοηθός σε κλωστουφαντουργείο όπου βίωσε τα πρώτα ερωτικά παιχνίδια (εξού και η ''Κλωστηρού''). Και πολλά άλλα.
«…Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το '25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί…».
Από αυτόν τον όρκο που πήρε ο Μάρκος καθορίστηκε η αυθεντική μουσική έκφραση του λαού μας, κόντρα στις άνωθεν προσπάθειες επιβολής της δυτικότροπης κουλτούρας, της κουλτούρας της άρχουσας τάξης δηλαδή. Η εργατική τάξη, η φτωχολογιά, βρήκαν την αυθεντική τους έκφραση, καταρχήν στον Μάρκο-και μετά στην εξέλιξη της δεκαετίας του ρεμπέτικου και κατόπιν στο λαϊκό τραγούδι. Έκφραση απαραίτητη για την ταξική συσσωμάτωση και σε πολιτικό επίπεδο-όσο και αν άργησε αυτή η αναγνώριση από το ΚΚΕ.
Αυτό καθαυτό το μπουζούκι, ήταν σχετικά άγνωστο. Ήταν όργανο πολύ λίγων, μερικών δεκάδων, οριοθετούνται σε εξαιρετικά συγκεκριμένα, όσο και σπάνια, κοινωνικά πλαίσια. Του φυλακόβιου, του περιθωριακού, αραιά και που. Ούτε και στην σπουδαία Μικρασιατική μουσική παιδεία, εξάλλου, δεν εμφιλοχωρούσε το μπουζούκι. «Μας έμαθε τι ήταν το μπουζούκι, μέχρι τότε δεν ξέραμε αν ήταν ντουλάπα ή όργανο», έλεγε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Παπαϊωάννου για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Ο Μάρκος της φτώχειας και της μαγκιάς, ήταν εκείνος που έβγαλε το μπουζούκι από το περιθώριο και το επέβαλε σαν όργανο. Ανακάλυψε «δρόμους», αλλά και δούλεψε πάνω στις παραδοσιακές κλίμακες και τα κουρδίσματα του τρίχορδου μπουζουκιού, ενώ ήταν αυτός που καθιέρωσε την κομπανία με «μπουζουκομπαγλαμάδες».
Ο Μάρκος άφησε αυτόν τον ψεύτη κόσμο σαν σήμερα, το 1972, πάμφτωχος και παραπονεμένος. Παρότι άλλοι θησαύρισαν μέσα από το έργο του, ο ίδιος, μη έχοντας πόρους, πέθανε σ' έναν από τους διαδρόμους του Ερυθρού Σταυρού. Ίσως ο Μάρκος να μην είχε αντίληψη της σπουδαιότητας, της θέσης του στην εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού: Ανήκει σε εκείνην την σπάνια, πολύ σπάνια, κατηγορία ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο που μπορεί κανείς να ισχυριστεί για εκείνους ότι άκουσαν, φαντάστηκαν, υλοποίησαν ένα νέο είδος τραγουδιού. Κάθε συζήτηση γύρω από το ποιος είναι ο κορυφαίος εκπρόσωπος του Ρεμπέτικου είναι εκ προοιμίου άστοχη. Μπορεί ο Σκαρβέλης, ο Τούντας, ο Περιστέρης, ή κι άλλοι, σαν τον Γιοβάν Τσαούς να ήταν πιο καταρτισμένοι μουσικοί. Μπορεί ο Τσιτσάνης να εξελίχθηκε σε σημείο ευρύτερης αναφοράς/αποδοχής και αστείρευτης παραγωγικότητας. Αλλά ο Μάρκος ήταν ένας. Και κανείς άλλος δεν ήταν Μάρκος. Επειδή κανείς δεν βίωσε και δεν έσταξε το βίωμα του στο μπουζούκι σαν τον Μάρκο.
Το φαινόμενο Μάρκος είναι το αποτέλεσμα αιώνιων ζυμώσεων μουσικής και λαϊκού πολιτισμού στις Κυκλάδες, έναν τόπο ζυμώσεων της Ανατολής, της Δύσης, του Βυζαντίου, της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιώτικων παραδόσεων. Το αποτέλεσμα τους όπως μορφοποιήθηκε στην αστική ζωή της πόλης, εκείνην ακριβώς την εποχή που μορφοποιήθηκε. Ένα σπουδαίο ντοκουμέντο εποχής.
Ίσως επειδή ακριβώς δεν είχε αντίληψη της θέσης και της σπουδαιότητας του να ήταν και τόσο αυθεντικός-ή να απορεί: «Λένε παιδί μου ότι θα δώσουνε το όνομά μου σε κάποια οδό της πατρίδας μου, της Σύρας. Μα εγώ δεν το πιστεύω! Είναι δυνατό να δώσουνε το όνομά μου, εμένα του κακόμοιρου, του φουκαρά του Μάρκου, σ’ ένα δρόμο της Σύρας;»